Η μέλισσα είναι έντομο από την τάξη υμενόπτερα, που θεωρείται από όλα γενικά τα έντομα το πιο σπουδαίο από οικονομικής άποψης για τον άνθρωπο.

Οι πιο γνωστές διεθνώς είναι η Ιταλική (Ligustica) και η Γιουγκοσλαβική (Carnica), ενώ στην Ελλάδα πιο διαδεδομένη ντόπια φυλή είναι η Cecropia (από τον μυθικό Αθηναίο βασιλιά Κέκροπα) στη νότια και δυτική Ελλάδα, και η Macedonica σε Μακεδονία και Θράκη.

Οι μέλισσες ανήκουν στην κατηγορία των εντόμων που παρουσιάζουν σαφή ιεράρχηση και ζουν σε μεγάλες οικογένειες, μέσα σε κυψέλες. Σε κάθε οικογένεια υπάρχει μια "βασίλισσα", που έχει σαν μοναδική αποστολή να εξασφαλίζει τον πολλαπλασιασμό της οικογένειας αλλά και τη συνοχή της.

Ο βασιλικός πολτός είναι αυτός που καθορίζει, αν η μέλισσα θα γίνει εργάτρια ή βασίλισσα και αυτό διότι και οι δύο προέρχονται από τα ίδια γονιμοποιημένα αυγά, όπου άν συνεχιστεί το ταίσματος της λάρβας με βασιλικό πολτό θα γίνει βασίλισσα, ενώ αν από την τέταρτη μέρα και μετά ταιστεί η λάρβα με μίγμα βασιλικού πολτού, γύρης και μελιού θα γίνει εργάτρια.

Η βασίλισσα τρέφεται όλη τη ζωή της με βασιλικό πολτό και ζεί έως 6 χρόνια, εκ τών οποίων τα 2 πρώτα της ζωής της χαρακτηρίζονται ως τα αποδοτικότερα.

Η «μάνα» γονιμοποιείται μόνο μια φορά στην ζωής της, όπου εγκαταλείπει τη κυψέλη για να συζευχθεί με τους κηφήνες (5~19 περίπου). Σε σπάνιες περιπτώσεις, που δεν έχει συμπληρώσει την απαιτούμενη ποσότητα σπέρματος στη σπερματοδόχο κύστη της, επαναλαμβάνει την «γαμήλια τελετή» .

Μετά την πάροδο 5 περίπου ημερών απο τη σύζευξη, ξεκινά η βασίλισσα να ωοτοκεί. Σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο την άνοιξη, μπορεί να φτάσει τα 1500 αυγά ημερησίως.

Οι βασίλισσες που εκτρέφονται στη μονάδα μας, με τη μέθοδο της βασιλισσοτροφίας, είναι άριστης ποιότητας και με όσο το δυνατό περισσότερα επιθυμητά χαρακτηριστικά.

Εμβολιάζοντας τα τεχνητά βασιλικά κελιά με γόνο απο υγιή, παραγωγικά, ανθεκτικά στις ασθένειες και όχι επιρρεπεί στη σμηνουργία μελισσοσμήνη, εξασφαλίζουμε την παραγωγή ποιοτικών βασιλισσών.

Απο την πανευρωπαϊκή συνεργασία με τη Διεθνή Ομάδα Εργασίας COLOSS, στην οποία συμμετείχε απο τη χώρα μας το Τμημα Μελισσοκομίας (Ινστιτούτο Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής), ελέγχθηκαν οι επιδράσεις μεταξύ της γενετικής προέλευσης διαφόρων πληθυσμών μελισσών και του περιβάλλοντος διατήρησης τους.

Βασικά Συμπεράσματα του πειράματος:

Δεν υπάρχει Γενετική ανωτερότητα, αλλά καλή προσαρμοστικότητα.

Κάθε γενότυπος ανταποκρίνεται με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικά περιβάλλοντα.

Οι ντόπιοι πληθυσμοί μελισσών έχουν αναπτύξει μηχανισμούς που τους καθιστούν "ανώτερους" απο τους "ξένους" πληθυσμούς στην επιβίωση, την ανάπτυξη και μερικές φορές στη παραγωγικότητα στο συγκεκριμένο περιβάλλον.

Πρέπει να βελτιωθούν και να αναπτυχθούν οι ντόπιοι πληθυσμοί σε επιθυμητές κατευθύνσεις, όπως η παραγωγικότητα και η ανθεκτικότητα στις ασθένειες, παρά να εξαρτόμαστε απο εισαγώμενο γενετικό υλικό.

Πηγή: Απο το άρθρο της Δρ Φανή Χατζήνα "Γενετική Βελτίωση των ντόπιων μελισσών στην Ελλάδα του 21ου αιώνα", σελ. 12, στο περιοδικό που εκδίδει ο ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, Τεύχος 12.